Μια πρόταση για τοπικές συμπράξεις οικοσυστημάτων συνεργατισμού & αυτοδιοίκησης

ΑΡΘΡΟ

Η δημιουργία τοπικών συμπράξεων των οικοσυστημάτων συνεργατισμού με τους Δήμους είναι δυνατή, λέει στο άρθρο του ο Γιώργος Γριτζάς, καθηγητής στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης στο ΑΠΘ. Η πρότασή του βασίζεται σε ένα πιθανό μοντέλο διαχείρισης των τροφίμων και των απορριμμάτων στο πλαίσιο της σχολικής κοινότητας, αλλά τελικά αφορά την ευρύτερη κοινότητα.

ΑτΕ άρθρο Γιώργος Γριτζάς

Ποιος τελικά αποφασίζει για τη φροντίδα των άλλων και του πλανήτη;

Ξεκινώντας να γράψω ένα κείμενο με προσωπικό-αφηγηματικό ύφος και παράλληλα αναστοχαστικό, έψαχνα να βρω την κατάλληλη έμπνευση για να ξεκινήσω. Τότε θυμήθηκα ένα πολύ εκτενές κείμενο που είχα γράψει ως πρόεδρος στο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Συλλόγων Γονέων του Δήμου στον οποίον κατοικώ, το οποίο αφορούσε το πλαίσιο δράσεων και τις μελλοντικές στοχεύσεις της συλλογικότητας. Ίσως σε κάποιους/ες να ακούγεται παράξενο το ότι η έμπνευσή μου προήλθε από αυτό, αφού συνήθως τέτοιας μορφής ενώσεις θεωρούνται φορείς που απλώς διεκδικούν από την τοπική αυτοδιοίκηση ή από το κράτος να βρεθούν λύσεις σε διάφορα προβλήματα, ενώ τον σχεδιασμό του τρόπου με τον οποίο θα δοθούν αυτές οι λύσεις, αλλά και τη διαχείριση/υλοποίηση των σχεδίων, τα αναλαμβάνουν αποκλειστικά οι αρμόδιοι φορείς. Η τοπική αυτοδιοίκηση ή το κράτος, όπου υπάγονται αυτοί οι αρμόδιοι φορείς, διοικούνται από αιρετούς και άρα έχουν το δικαίωμα λήψης όλων των κρίσιμων αποφάσεων, αφού οι πολίτες τους το ανέθεσαν, μέσω της ψήφου τους.

Ωστόσο, παρά την προαναφερόμενη συνήθη αντίληψη, στο κείμενο της εισήγησής μου προς την Ένωση περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, αρκετά συγκεκριμένες προτάσεις στην κατεύθυνση των λύσεων, και αυτά τα βήματα περιλάμβαναν σχεδόν στο σύνολό τους τη συμμετοχή των πολιτών και σε αρκετές περιπτώσεις την ίδρυση κοινοτικών συνεταιριστικών σχημάτων. Οι προτάσεις σχετίζονταν και με τα όσα είχα την τύχη να συζητώ σε βάθος με συνεργάτες και συνεργάτιδες που επέβλεπα την υλοποίηση των διδακτορικών τους, αλλά και με πολλούς άλλους και άλλες ερευνητές και ερευνήτριες. 

Στο παρόν κείμενο θα περιορίσω την αναφορά μου μόνο στις προτάσεις που αφορούσαν το τρόφιμο και τη διαχείριση των αστικών απορριμμάτων. Αν και είχαν ως αφορμή τα ζητήματα της σχολικής κοινότητας, θα δείτε ότι τελικά αφορούσαν την ευρύτερη κοινότητα, ενώ θα τα συνοδεύσω με ελληνικά και διεθνή παραδείγματα. 

Γέννηση μιας κοινότητας που φροντίζει, με βάση το τρόφιμο 

Για το τρόφιμο οι προτάσεις σχετίζονται με τα σχολικά γεύματα. Αυτά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση άσκησης όχι μόνο κοινωνικής πολιτικής προς τις ευάλωτες ομάδες, αλλά και αλλαγής του διατροφικού μοντέλου. Σύμφωνα με τις πηγές[1], την περσινή σχολική χρονιά (2024-25) θα χρηματοδοτούνταν από το κράτος με 115.000.000 ευρώ η παρασκευή ημερησίως ζεστών γευμάτων, για να σιτιστεί περίπου το 45% των μαθητών/τριών που φοιτούσαν σε δημόσια δημοτικά σχολεία, με το κόστος της μερίδας (μαζί με τα έξοδα συσκευασίας και μεταφοράς) να ανέρχεται σε κάτι λίγο περισσότερο από 3 ευρώ. Σύμφωνα με τη στόχευση του κράτους, τα σχολικά γεύματα θεωρείται ότι «συντελούν σημαντικά στην ενίσχυση της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας στη μαθητική κοινότητα και ταυτόχρονα βελτιώνουν τις μαθητικές επιδόσεις... [έχοντας] θετική αντανάκλαση και στην ανάπτυξη της πρωτογενούς εγχώριας παραγωγής, καθώς τα προϊόντα που επιλέγονται για την παρασκευή των γευμάτων, η οποία γίνεται σε συνεργασία με Επιστημονικούς Φορείς, είναι ντόπια και υψηλής διατροφικής αξίας. Με αυτόν τον τρόπο, προάγεται στη μαθητική κοινότητα η υγιεινή μεσογειακή διατροφή, ενώ παράλληλα διευρύνεται και ο αριθμός των θέσεων εργασίας στις τοπικές κοινωνίες»[2].

Ωστόσο, σε έρευνα του WWF του 2019 το 79% των εκπαιδευτικών θεωρεί ότι η σπατάλη είναι μεγάλη και το 34% πολύ μεγάλη, ενώ στο τέλος της ημέρας μένουν αδιάθετες αρκετές μερίδες φαγητού[3]. Σχεδόν 6 στους 10 εκπαιδευτικούς θεωρούν ότι χρειάζεται μεγαλύτερη ποικιλία στο μενού και παράλληλα ενημέρωση μαθητών και γονέων για τη σημασία των γευμάτων, της μεσογειακής διατροφής και της αποφυγής σπατάλης[4].

Τι θα μπορούσε λοιπόν να γίνει διαφορετικά και πώς η σύμπραξη συνεργατικών εγχειρημάτων και ΟΤΑ θα μπορούσε να δώσει μια βιώσιμη και επιθυμητή λύση[5];

Τα χρήματα θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στους ΟΤΑ με βασικές στοχεύσεις: 

  • Την προμήθεια πρώτων υλών από παραγωγούς που βρίσκονται όσο το δυνατόν κοντύτερα στον δήμο και έχουν καλλιέργειες ή εκτρέφουν ζώα, με πιστοποίηση ως βιολογικά ή με πιστοποίηση της κοινότητας.
  • Τα παιδιά θα μπορούσαν να επισκεφθούν τους χώρους παραγωγής και να συμπληρώνουν τις πρώτες ύλες με σχολικούς λαχανόκηπους, τους οποίους θα καλλιεργούσαν με συμβουλές των παραγωγών και με παραδοσιακούς σπόρους από σχετικές τράπεζες (όπως το «Πελίτι»[6]). Στο σχολείο του παιδιού μου λειτουργούσαμε εθελοντικά έναν λαχανόκηπο με αυτές τις προδιαγραφές, τον οποίο ξεκίνησε όλη η σχολική κοινότητα μαζί με τους γονείς και πλέον έχει ενταχθεί στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
  • Τα παιδιά θα μπορούσαν να ετοιμάζουν παραδοσιακές ή να πειραματίζονται με άλλες συνταγές, και ο χώρος παρασκευής θα μπορούσε να μετατραπεί εν μέρει σε βιωματικό εργαστήριο. Στο σχολείο του παιδιού μου λειτουργούσαμε εθελοντικά ένα τέτοιο εργαστήριο μαγειρικής τα απογεύματα.
  • Με τον τρόπο αυτό το μάθημα για τη διατροφή θα είναι πραγματικά μια βιωματική εμπειρία, ενώ επιπλέον θα μπορούσε να εφαρμόζεται το παιχνίδι που έχει δημιουργήσει ο εκπαιδευτικός Κόμβος ΚΑλΟ για τη διατροφική κυριαρχία και αειφορία - ΚΑΛΟΤροφΑ[7] ή τα σχετικά παιχνίδια του WWF[8] κοκ.

Το σχήμα για την υλοποίηση των παραπάνω θα μπορούσε να έχει ως κορμό ένα εγχείρημα Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΚΑΛΟ) με μέλη τους/τις εργαζομένους/ες στην παρασκευή και μεταφορά των γευμάτων, ενώ θα μπορούσαν να συνδράμουν και οι σύλλογοι γονέων ως νομικά πρόσωπα. Το εγχείρημα ΚΑΛΟ θα συνεργαζόταν με την ομάδα παραγωγών, η οποία θα είχε συσταθεί ως συλλογικό νομικό πρόσωπο, αλλά και με τη σχολική κοινότητα μέσω του θεσμού των σχολικών συνεταιρισμών. 

Επίσης θα μπορούσε να συνεργάζεται με τον Δήμο έχοντας συνάψει μαζί του σχετική προγραμματική σύμβαση. Οι Δήμοι θα μπορούσαν να δώσουν χώρους για την παρασκευή των γευμάτων και να εντάξουν στο σύστημα τη σίτιση των βρεφονηπιακών σταθμών. Το πάγιο κεφάλαιο (μηχανήματα κλπ.) θα μπορούσε να αποκτηθεί από τις χρηματοδοτήσεις επιχειρησιακών προγραμμάτων, μέσω της μείωσης του κόστους λόγω ανυπαρξίας κερδών, αλλά και από την επέκταση της διανομής φαγητού με αντίτιμο και για άλλα μέλη της κοινότητας, που έτσι θα έχουν πρόσβαση σε ένα φθηνό και κυρίως ποιοτικό γεύμα, λύνοντας ταυτόχρονα ένα μεγάλο πρόβλημα όλων των οικογενειών (κόστος και χρόνος παρασκευής). H ένταξη του προγράμματος στην κοινωνική πολιτική του Δήμου θα μπορούσε να καλύπτει το κόστος για τα ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ στο πρόγραμμα θα εντάσσονταν και τα κοινωνικά παντοπωλεία. 

Το ίδιο σχήμα θα μπορούσε να αναλάβει καταρχήν τον έλεγχο προμηθειών των κυλικείων και στη συνέχεια, όταν λήγουν οι συμβάσεις ή όπου δεν υπάρχουν κυλικεία, να αναλάβει τη διαχείρισή τους, με τους μαθητές και γονείς να έχουν τον αποφασιστικό ρόλο μέσω του σχολικού συνεταιρισμού. 

Ενδιαφέρουσα ακούγεται ακόμα η δυνατότητα μείωσης των αιτιών της αστικής θερμικής νησίδας, με την παρασκευή των γευμάτων εκτός αστικού ιστού (και όχι στα σπίτια), τις ώρες που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η ηλιοφάνεια (με κάποια φωτοβολταϊκή διάταξη), σε ένα μέρος που θα μπορούσε να λειτουργεί και σαν χώρος εστίασης.

Οι κοινότητες που θα δημιουργηθούν γύρω από μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση ανταλλαγής και συνεργασίας σε πολλά άλλα επίπεδα, όπως στην επανάχρηση και ανακύκλωση, τη διαχείριση δημόσιων χώρων, τις μετακινήσεις κ.ά.

Γέννηση μιας κοινότητας που φροντίζει, με βάση τη μείωση, τον διαμοιρασμό, την επανάχρηση και την ανακύκλωση απορριμμάτων

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι Δήμοι έχουν κληθεί να πληρώσουν αναδρομικά τέλη για την ταφή των Αστικών Απορριμμάτων (ΑΣΑ), ενώ πρόκειται να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο για την καύση τους. Όλα δείχνουν ότι οι μέχρι τώρα πολιτικές κινούνται όχι με πυξίδα την κινητοποίηση του ενδιαφέροντος των πολιτών για τη διαχείριση των ΑΣΑ με βάση τις αρχές της Κυκλικής Οικονομίας, αλλά με επένδυση στην αδιαφορία τους[9]

Για να είναι κερδοφόρα η καύση ΑΣΑ απαιτείται η αύξηση του όγκου των απορριμμάτων – ή η κρατική χρηματοδότηση, όταν οι όγκοι αυτοί δεν επιτυγχάνονται. Κυρίως όμως υποβαθμίζονται σε τεράστιο βαθμό όλες οι διαδικασίες της κυκλικής οικονομίας, δηλαδή: 

  • η αποφυγή παραγωγής ΑΣΑ (π.χ. με την αγορά προϊόντων χύμα και όχι συσκευασμένων)
  • ο διαμοιρασμός και η επανάχρηση πόρων, που μειώνει την ανάγκη απόρριψης και παραγωγής τους
  • η ανακύκλωση, που μειώνει την ανάγκη παραγωγής περισσότερων πρώτων υλών. 

Οι επιπτώσεις από την απουσία των παραπάνω είναι ότι: 

  • καταναλώνονται περισσότεροι μη ανανεώσιμοι πόροι,
  • μολύνονται τα φυσικά οικοσυστήματα (σκεφτείτε μόνο τα αέρια του θερμοκηπίου που συντελούν στην κλιματική αλλαγή και τα μικροπλαστικά που έχουν γίνει τμήμα της διατροφής μας),
  • οι κοινωνίες παράγουν κάτι που δεν χρειάζονται, δηλαδή ο καθένας και η καθεμία δαπανούν τον χρόνο τους χωρίς λόγο, αντί να τον αφιερώνουν σε πραγματικά χρήσιμες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα σε νέες ιατρικές υποδομές, στις κοινωνικές σχέσεις, στον αναγκαίο χρόνο για τη λειτουργία συμμετοχικών διαδικασιών και της δημοκρατίας, σε προσωπική αυτοβελτίωση κοκ. 

Η διαχείριση των ΑΣΑ με βάση τις αρχές της κυκλικής οικονομίας μπορεί να συμβεί μόνο όταν συμμετέχουν με αποφασιστικό ρόλο οι πολίτες, κι αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο μέσω συνεργατικών σχημάτων. 

Επανερχόμενοι στη σχολική κοινότητα, με βάση τη λύση που προτάθηκε για την αλλαγή της διατροφικής κουλτούρας, θα μπορούσε κι εδώ τη διαχείριση των απορριμμάτων να την αναλάβει κυρίως ένα εγχείρημα ΚΑΛΟ από τους εργαζόμενους στον τομέα αυτό, με επιπλέον μέλη τους συλλόγους γονέων, αλλά και όλες τις άλλες τοπικές συλλογικότητες ως φορείς. Το εγχείρημα ΚΑΛΟ θα είχε ως στόχους την εκπαίδευση για την αποφυγή παραγωγής απορριμμάτων, την οργάνωση του διαμοιρασμού των πόρων, την επανάχρησή τους και στο τέλος την ανακύκλωση. Ο Δήμος θα μπορούσε να συνάψει προγραμματική συμφωνία με το εγχείρημα ΚΑΛΟ και να της παρέχει χώρους αλλά και χρηματοδότηση απευθείας μέσα από τα τέλη ταφής ή άλλους φόρους (στη βάση της λογικής «πληρώνω όσο πετάω»). Φανταστείτε:

  • τον διαμοιρασμό παιδικών βιβλίων, παιχνιδιών και γενικότερα υλικών που δεν χρειάζονται μόνιμα τα παιδιά, αλλά και μια δανειστική βιβλιοθήκη εργαλείων
  • την επανάχρηση, μετά από πιθανή επιδιόρθωση ή αλλαγή της χρήσης, ειδών που δεν χρειάζονται πλέον τα παιδιά (π.χ. ρούχα και παιδικά κρεβάτια, πλαστικά και χάρτινα υλικά που μπορούν να γίνουν παιχνίδια ή κοσμήματα ή διακοσμητικά κλπ.) και διάθεση σε τιμές κόστους της εργασίας επιδιόρθωσης ή ανακατασκευής. Η ίδια λογική μπορεί να αφορά έπιπλα, ρούχα και άλλα αντικείμενα που δεν είναι παιδικά
  • την κομποστοποίηση, που συνδέεται με την καλλιέργεια της τροφής στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα
  • την ανακύκλωση, που ακολουθεί την επανάχρηση, αλλά διαχωρίζει προσεκτικά τα διαφορετικά είδη από την αρχή. Μάλιστα υπάρχει δυνατότητα πριν από την πώληση των πλαστικών υλικών να διερευνηθεί η πιθανότητα τοπικής ανακύκλωσης με μηχανήματα που το σχέδιο κατασκευής τους είναι «ανοιχτό», δηλαδή χωρίς πατέντα[10].

Το κάθε σχολείο μπορεί να γίνει κέντρο συλλογής υλικών[11] και κάθε τοπική κοινότητα (ή Δημοτική Ενότητα ή Δήμος ανάλογα με το είδος των υλικών) να έχει κέντρα διαμοιρασμού και επανάχρησης. Υπάρχουν ήδη σχετικά παραδείγματα συνεργασίας εγχειρημάτων ΚΑΛΟ με Δήμους[12].

Τα αποτελέσματα, πέραν των περιβαλλοντικών και κοινωνικών που θεωρούνται δεδομένα, είναι ότι α) υπάρχει σημαντική μείωση των τελών καθαριότητας, β) η επανάχρηση αποφέρει πολύ μεγάλα απευθείας οικονομικά οφέλη στα νοικοκυριά και γ) στην περίπτωση πώλησης (με κεντρικό μηχανισμό διαχείρισης, για οικονομίες κλίμακας, ίσως σε επίπεδο όλων των εγχειρημάτων ΚΑΛΟ στους δήμους της χώρας) τα έσοδα επιστρέφουν όλα στην τοπική κοινότητα.

Διεθνή παραδείγματα συνεργασίας των δήμων με οικοσυστήματα συνεργατισμού 

Τα παραπάνω είναι απλά ευσεβείς πόθοι και φαντασιώσεις; Όχι. Το παράδειγμα της σχολικής κοινότητας αφορά έναν οργανισμό που δεν μετακινείται, όπως για παράδειγμα θα μπορούσε να κάνει μια επιχείρηση. Πρόκειται για έναν «αγκυροβολημένο» οργανισμό[13] – άλλοι τέτοιοι οργανισμοί είναι τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια και άλλοι δημόσιοι φορείς. 

Αρχικά στο Κλίβελαντ του Οχάιο στις ΗΠΑ[14] και στη συνέχεια στο Πρέστον στο Ηνωμένο Βασίλειο[15], οι τοπικοί δήμοι αποφάσισαν να αντικαταστήσουν τους προμηθευτές τέτοιων οργανισμών (κυρίως όταν βρίσκονταν εκτός της ευρύτερης περιοχής τους) με τοπικούς συνεταιρισμούς (καθώς και με μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις) που θα παρήγαν τα απαραίτητα προϊόντα και υπηρεσίες, συμβάλλοντας σε αυτό που είναι γνωστό ως «Δημιουργία Κοινοτικού Πλούτου»[16]. Για παράδειγμα, το οικοσύστημα συνεταιρισμών Evergreen του Κλίβελαντ[17] λειτουργεί ένα πλυντήριο, ένα θερμοκήπιο και μια μονάδα αξιοποίησης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, καλύπτοντας τις ανάγκες του νοσοκομείου και άλλων τοπικών φορέων. Το Πρέστον, έχοντας ως παράδειγμα το Κλίβελαντ, ανέπτυξε ένα παρόμοιο μοντέλο, με σημαντικά αποτελέσματα. 

Από αυτά τα μοντέλα μπορούμε να αντλήσουμε κάποιες χρήσιμες πρακτικές: 

  • Υπήρξε συνεργασία με κάποιον ανεξάρτητο μη κερδοσκοπικό φορέα, που είχε ενεργό ρόλο σε στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης (και σε στρατηγικές χρηματοδότησης όπως στο Κλίβελαντ) ή/και που παρήγε έρευνα και πολιτικές προτάσεις και στη συνέχεια συνεργάστηκε ενεργά (με δήμους, περιφέρειες και οργανισμούς) για την εφαρμογή τους (περίπτωση του Πρέστον).
  • Υπήρξε πλαίσιο για δημόσιες συμβάσεις κοινωνικής αναφοράς.
  • Υπήρξαν περιπτώσεις τμηματοποίησης συμβάσεων για να μπορούν να υλοποιηθούν από συνεταιρισμούς.
  • Υπήρξε εκπαίδευση για μετατροπή επιχειρήσεων σε συνεταιρισμούς ή/και για να μπορεί να υπάρχει ανταπόκριση στους όρους πιστοποίησης και ποιότητας που απαιτούσαν οι συμβάσεις. 

Τι μαθαίνουμε από τα παραπάνω;

Η δημιουργία τοπικών συμπράξεων των οικοσυστημάτων συνεργατισμού με τους Δήμους είναι δυνατή. Τα συνεργατικά εγχειρήματα πρέπει να προσπαθήσουν να έχουν μια κοινοτική βάση με τους αποδέκτες των όσων παράγουν. Οι Δήμοι πρέπει να κάνουν όλα τα προπαρασκευαστικά βήματα διαβούλευσης και εκπαίδευσης, σε συνεργασία με φορείς και ερευνητικά κέντρα εξειδικευμένα στα κοινά και στην ΚΑΛΟ. Θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα υπάρχοντα νομικά εργαλεία, αλλά οπωσδήποτε να ενισχυθούν με ένα πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων κοινωνικής αναφοράς και ένα πλαίσιο κοινωνικής και περιβαλλοντικής αξιολόγησης των αποτελεσμάτων. 

Το μεγάλο «μυστικό» όμως είναι η εγκαθίδρυση στο μυαλό μας και στις πρακτικές μας ότι η οικονομία είναι δική μας υπόθεση και ότι μπορούμε να τη λειτουργήσουμε (και ήδη σε μεγάλο βαθμό το κάνουμε στην καθημερινότητά μας, στο σπίτι, στον σύλλογο, στην παρέα) ικανοποιώντας τις πραγματικές μας ανάγκες (λιτής αφθονίας, υγείας, παιδείας, ασφάλειας, δημιουργίας, σχέσεων, προσφοράς, οικολογικής συμβίωσης κλπ.) με ένα πνεύμα συνεργασίας και φροντίδας.

 


 


[1] Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων & Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) https://opeka.gr/oikogeneia/scholika-gevmata/ και το ΦΕΚ 5516/3-10-2024 τΒ, το 2024-25 θα δίνονταν, με χρηματοδότηση από το κράτος, 231.062 ζεστά γεύματα ημερησίως σε μαθητές και μαθήτριες 1.882 δημοτικών σχολείων και με κόστος 115.000.000 ευρώ. Αυτό θα κάλυπτε το 43,45% των 531.762 μαθητών/τριών, που σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ φοίτησαν το 2022-23 σε 4.193 σχολεία της χώρας, https://www.statistics.gr/el/statistics/-/publication/SED12/-. Δηλαδή δόθηκαν σχεδόν 500 ευρώ ανά μαθητή/τρια για να σιτιστεί για 158 ημέρες, σύμφωνα με τους όρους του δημόσιου διαγωνισμού (https://gr.openprocurements.com/tender/2024-anathese-uperesion-skholikon-geumaton-se-mathetes-protobathmias-ekpaideuses-gia-ta-skholika-ete/) και άρα το κόστος της μερίδας (μαζί με άλλα έξοδα συσκευασίας και μεταφοράς) ανέρχεται στα 3,15 ευρώ. 

[5] Μέρος από όσα θα λεχθούν έχουν με κάποιον τρόπο προταθεί την εποχή της κρίσης, οπότε είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται κάποιες πρωτοβουλίες που αφορούσαν τις ακραίες συνθήκες της εποχής. Διαβάστε για παράδειγμα την πολύ κατατοπιστική έρευνα για το τι συμβαίνει διεθνώς και ορισμένες προτάσεις στο Ματσαγγάνης, Μ. (2012). Σχολικά γεύματα στην Ελλάδα της κρίσης (Ομάδα Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής, Ενημερωτικό Δελτίο, τεύχ. 4/2012). Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ Α.Ε. https://kritiki.gr/wp-content/uploads/2012/11/PARU_Newsletter_04_12.pdf

[9] Π.χ. δείτε την τύχη των συσκευασιών των σχολικών γευμάτων: Υπάρχει παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων πλαστικών, που σύμφωνα με το 50% των εκπαιδευτικών καταλήγουν στον πράσινο κάδο και σύμφωνα με ένα σχεδόν 24% καταλήγουν στον μπλε κάδο χωρίς να πλυθούν (το 32% των εκπαιδευτικών απαντούν ότι δεν γνωρίζουν την τύχη των συσκευασιών γιατί τα παιδιά δεν καταναλώνουν το γεύμα στο σχολείο). https://www.lifo.gr/now/greece/sos-apo-ti-wwf-gia-ta-sholika-geymata-petietai-poly-fagito

[11] Υπάρχει το παράδειγμα του Δήμου Παύλου Μελά, όπου υπήρχε συλλογή των απορριμμάτων που τα παιδιά έφερναν στο σχολείο με διαχωρισμό στην πηγή. Ο Δήμος συνέλεγε εβδομαδιαίως τα απορρίμματα αυτά και τα αποθήκευε σε press-containers. Στη συνέχεια τα πωλούσε και τα έσοδα τα κατηύθυνε αποκλειστικά στις σχολικές μονάδες που συνέλεξαν τα απορρίμματα (δείτε εδώ).

[12] Παράδειγμα διαχείρισης ΑΣΑ αποτελεί η ΚΟΙΝΣΕΠ Κελλιά Καλλονής Δήμου Τήνου https://sustainabletinos.com/el/) και παράδειγμα οργάνωσης της κομποστοποίησης σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας είναι η «Συνοικιακή κομποστοποίση» της ΚΟΙΝΣΕΠ RE:THINK https://rethink-project.gr/.

[13] Μετάφραση στα ελληνικά του όρου anchor institution.

[16] Community Wealth Building.